Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Αντίο

Απόγνωση.
Πόσο πιο πολύ να προσπαθήσω;
Τι άλλο να κάνω για να δω ξανά το πρόσωπό σου;
Τι άλλο να κάνω για να σε ξαναπάρω αγκαλιά το πρωί όταν ξυπνάς και το βράδυ όταν πέφτεις για ύπνο;
Τι άλλο να κάνω για να με κοιτάξεις ξανά όπως με κοίταζες παλιά;
Νιώθω άσχημα που προσπαθώ κι εσύ δεν νοιάζεσαι καθόλου.
Έκανα τα πάντα ή όσα μπορούσα τουλάχιστον να κάνω.
Πως μπορείς να μην νοιάζεσαι;
Πως;
Το ξέρω πια δεν είναι όπως παλιά.
Δεν ζητάω όμως πολλά.
Ζητάω ένα φιλί όπως παλιά, μια αγκαλιά όπως παλιά, ένα χαμόγελο απ’ τα χείλη σου που κάνει τους ουρανούς, τις θάλασσες, ολόκληρο τον κόσμο να μοιάζουν ομορφότερα.
Ίσως ζητάω πολλά τελικά.
Καλύτερα να με ξεχάσεις αν δεν το χεις κάνει ήδη.
Μακάρι να νιώσουν κι άλλοι άνθρωποι αυτά που ένιωσα κοιτώντας το χαμόγελό σου.
Ήσουν μια όαση στου κόσμου την ασχήμια.
Αντίο λοιπόν και να προσέχεις.


Δεν ήρθες

Παλιά ερχόσουν βράδυ, ζήταγες ένα βλέμμα και να με συναντήσεις. Μέτραγες τις ώρες και τις μέρες για να ξανάρθεις.
Μετά ερχόσουν όταν ο ήλιος έδυε και έμενες μέχρι να δύσει πάλι.
Ύστερα ερχόσουν και πέρναγαν μέρες μέχρι να με αποχαιρετήσεις. Δεν άντεχες τον αποχαιρετισμό.
Όταν μπήκε το καλοκαίρι σε πήρα και φύγαμε, μακριά από τον κόσμο. Ίσως να ήσουν χαρούμενη, μπορεί να μην το έδειχνες αλλά το κατάλαβα.
Ο χειμώνας ήταν δύσκολος αλλά πάλι Σάββατο πρωί ξημέρωνε με το χαμόγελό σου.
Ύστερα μπήκε η άνοιξη μα εσύ περίμενες να έρθουν καλύτερες μέρες.
Τώρα μόνος περιμένω.
Ψάχνω να βρω τι απέμεινε από εσένα. Λυπάμαι. Δεν βρίσκω τίποτα.
Περιμένω να έρθεις μα δεν έρχεσαι. Έστω για λίγο.
Αν το ήθελες πραγματικά απόψε θα είχες έρθει.

Ελπίδα

Διαβάζοντας γι αυτό το αστέρι που είναι για όλους μας γέμισα με ελπίδα.
Ελπίδα γιατί τώρα ξέρω και εγώ πως όλα όσα έγιναν δεν θα πεθάνουν ποτέ.
Πάντα θα υπάρχουν στην αγκαλιά των άλλων, στα βλέμματα, τα φιλιά, το αστέρι αυτό στον ουρανό που κοιτάγαμε πάντα.
Έτσι μένει αθάνατη η αγάπη.
Έτσι κι αυτοί πάντα θα μας φοβούνται.
Τότε μας τουφέκιζαν τώρα μολύνουν την αγάπη μας, αλλά αυτή ποτέ δεν χάνεται.
Τι μεγάλη δύναμη που είναι αυτή θα αναρωτιέσαι κι εσύ, να φοβούνται την αγάπη μας.
Γι αυτό χάθηκε η Μαρία με τον αγαπημένο της, για να μείνουμε όλοι μαζί για πάντα.
Δύσκολες εποχές θα συλλογιέσαι.
Μα και τότε δύσκολες ήταν.
Τώρα η φτώχεια μα και τότε η φτώχεια.
Τώρα το μίσος μα και τότε το μίσος.
Τότε ο γιός της γειτόνισσας τουφεκιζόταν μα και τώρα αριστούχος δουλεύει σε εταιρεία.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Εμείς


Εσύ.
Εσύ που απ’ τις φωνές σου μολύνεις τον αέρα.
Εσύ που με χτυπάς και με ρωτάς γιατί αντιστέκομαι.
Εσύ που βλέπεις γύρω σου φτώχεια και νιώθεις χορτασμένος.
Εσύ που βλέπεις ένα δέντρο να καίγεται και ορμάς στο επόμενο.
Εσύ που όσα και να κάνεις στον ύπνο σου δεν βλέπεις εφιάλτες.
Εσύ που χρόνια ατέλειωτα λες πως θα έχεις εξουσία.
Πρόσεχε.
Πρόσεχε γιατί εμείς θα φωνάξουμε μαζί με τον αέρα.
Πρόσεχε γιατί εμείς όταν χτυπήσουμε δεν θα προλάβεις να τρέξεις.
Πρόσεχε γιατί εμείς μόνο από χρήματα είμαστε φτωχοί.
Πρόσεχε γιατί εμείς θα κάψουμε το τσιμέντο για να ανθίσουν δέντρα.
Πρόσεχε γιατί εμείς θα έρθουμε στον ύπνο σου και μακάρι θα λες να ήσουν ξύπνιος.
Πρόσεχε γιατί εμείς δεν θέλουμε στα χέρια μας εξουσία.

Αξιολύπητος είσαι αλλά πια μην περιμένεις κατανόηση.

                                                                                                                       Δημήτρης Λ

Λεύτερος


Μια μέρα σ’ ένα ξέφωτο σε βρήκαν.
Είχες ζήσει μόνος, όπως ήθελες, λεύτερος,
χωρίς έγνοιες, μακριά απ’ το βουητό που έκαναν κάτι παράξενα μηχανήματα και οι φωνές απελπισμένων «ανθρώπων» που έτρεχαν, όχι σαν κι εσένα μέσα στα δέντρα, αλλά ανάμεσα σε τσιμέντο για να προλάβουν. Τι ήθελαν να προλάβουν θα αναρωτιέσαι. Δεν χρειάζεται να ξέρεις, εσύ ήσουν μακριά απ’ αυτά, ήσουν λεύτερος.
Μέχρι που σε βρήκαν.
Σε κοίταξαν και νόμιζαν πως ήσουν άρρωστος γιατί τα μάτια σου δεν ήταν σαν και τα δικά τους, θολά, γιατί το πρόσωπό σου ήταν φωτεινό, η όψη σου ήταν γαλήνια και η καρδιά σου χτύπαγε δυνατά.
ΑΡΡΩΣΤΟΣ!
Έτσι φώναξαν.
Σε άρπαξαν και σε πήγαν σ’ ένα παράξενο μέρος. Εκεί θα σε έκαναν «καλά», «σαν όλους τους ανθρώπους». Εσύ δεν ήξερες, απορούσες.
Πως γίνεται τόση δυστυχία;
Πως γίνεται να μην κοιτάει κανένας τον άλλο στα μάτια;
Δεν ήξερες, εσύ ήσουν λεύτερος.
Σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί αυτοί σε άλλαξαν.
Σου έβαλαν ψεύτικη καρδιά γιατί η δική σου χτύπαγε πολύ δυνατά.
Σου άλλαξαν την όψη για να μοιάζεις με αυτούς.
Πως γίνεται τόση αγάπη;
Πως γίνεται να μας κοιτάει στα μάτια;
Δεν ήξεραν, ήταν σκλάβοι.
Τώρα δεν μπορείς πια να αγαπήσεις όπως πριν, να νιώσεις τον ήλιο να σε χτυπάει και να σκέφτεσαι ότι σε αγκαλιάζει, να αγκαλιάσεις εσύ ένα δέντρο και να ακούς σ’ αυτό την φύση ολάκερη.
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ.


                                                                                                                Δημήτρης Λ